ΔΙΟΙΚΟΥΣΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ



Λευκωσία, 25 Νοεμβρίου 2004
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η Διοικούσα Επιτροπή
(ΔΕ) του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου (ΑΠΚΥ) θεωρεί την Παιδεία ως εθνικό
κεφάλαιο στο οποίο στηρίζεται κάθε πτυχή της κοινωνικής και εν γένει εθνικής
πολιτικής ενός κράτους. Θεωρεί, επίσης, ότι οποιαδήποτε σχετική μεταρρύθμιση εμπίπτει στον τομέα εθνικού στρατηγικού
σχεδιασμού, που προϋποθέτει, κατ’ εξοχήν, κοινωνική συναίνεση.
Κατόπιν πρόσκλησης του
Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού, η ΔΕ του ΑΠΚΥ διατυπώνει στο έγγραφο αυτό τα
σχόλια και τις παρατηρήσεις της για την έκθεση της Επιτροπής Εκπαιδευτικής
Μεταρρύθμισης (ΕΕΜ) που επιγράφεται «Δημοκρατική
και Ανθρώπινη Παιδεία στην Ευρωκυπριακή Πολιτεία: Προοπτικές ανασυγκρότησης και
εκσυγχρονισμού», που στη
συνεπτυγμένη μορφή της τιτλοφορείται ως «Μανιφέστο Διαμορφωτικής
Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης: Σύνοψη της Φιλοσοφίας και των Προτάσεων».
Σε γενικές γραμμές η ΔΕ
του ΑΠΚΥ θεωρεί ότι στην έκθεση της ΕΕΜ:
1. Δεν ακολουθείται
συγκεκριμένη και σαφώς διατυπωμένη επιστημονική μεθοδολογία και θεωρητική
προσέγγιση.
2. Το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης δεν είναι αποτέλεσμα σαφώς
διατυπωμένης επιστημονικής έρευνας, αλλά συρραφή σε ενιαίο έγγραφο των
επιμέρους προσωπικών και εν πολλοίς υποκειμενικών απόψεων των μελών της ΕΕΜ,
κάτι που εξηγεί και το γεγονός ότι στην εν λόγω έκθεση υπάρχουν αντιφατικές και
μη συμβατές μεταξύ τους απόψεις και εισηγήσεις, μερικές των οποίων
επισημαίνονται παρακάτω. Γενικά το κείμενο παλινδρομεί ανάμεσα σε έναν
καταγγελτικό ιδεολογικοπολιτικό λόγο (έντονα επικριτικό προς την Κοινωνία της
Γνώσης, και με συμπτώματα αμφιθυμίας απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς) και
τον τεχνοκρατικό χαρακτήρα που αποτυπώνεται σε ορισμένες συγκεκριμένες
προτάσεις που προβάλλονται.
Κατόπιν των ανωτέρω, η
έλλειψη διατύπωσης συγκεκριμένου στρατηγικού στόχου που επισημαίνεται στην
έκθεση της ΕΕΜ δεν προσφέρεται για τη ΔΕ του ΑΠΚΥ ώστε να προβάλλει εξίσου
συγκεκριμένες θέσεις. Εκ των πραγμάτων, επομένως, η ΔΕ περιορίζεται δια του
παρόντος, σε καλόπιστο σχολιασμό και κριτική της υποβληθείσας έκθεσης,
προβαίνοντας κατά το δυνατόν και σε αντιπροτάσεις. Καθίσταται σαφές ότι το
παρόν έγγραφο της ΔΕ του ΑΠΚΥ δεν αποτελεί εισήγηση για εκπαιδευτική
μεταρρύθμιση, αφού ούτε ζητήθηκε κάτι τέτοιο, ούτε ήταν δυνατόν σε τόσο
περιορισμένο χρόνο να υποβληθεί πλήρως τεκμηριωμένη εισήγηση για το μέλλον του
Κυπριακού Εκπαιδευτικού συστήματος.
Οι παρατηρήσεις και
σχολιασμοί της ΔΕ του ΑΠΚΥ διατυπώνονται συνοπτικά σε δύο επιμέρους ενότητες:
¶
Γενικά Σχόλια και Παρατηρήσεις, και
¶
Επιμέρους Σχόλια και Παρατηρήσεις.
ΓΕΝΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Αξιολογώντας και
κρίνοντας την εν λόγω έκθεση πάνω σε καθαρά επιστημονική βάση, τόσο από
μεθοδολογικής όσο και από θεωρητικής άποψης, η ΔΕ του ΑΠΚΥ κατέληξε στις πιο
κάτω γενικές παρατηρήσεις, που ουδόλως έχουν στόχο να θίξουν ή να μειώσουν το
επίπονο έργο που ανέλαβαν τα έγκριτα μέλη της ΕΕΜ:
1.
Η εν λόγω έκθεση της ΕΕΜ χαρακτηρίζεται από μία λεξιλαγνική διάθεση με
νεολογισμούς και φλυαρία (βερμπαλισμό), με τη χρήση σε ορισμένες περιπτώσεις
πομπωδών εκφράσεων, ασαφή δομή και ασυνέπειες στη χρήση της ορολογίας, μη
αναγκαίους νεολογισμούς και αμφίβολες λεκτικές αναζητήσεις που είτε παρουσιάζουν σχήμα οξύμωρο, είτε προκαλούν ασαφείς
ερμηνείες (π.χ. Ευρωκυπριακή Πολιτεία,
εργαλειακή -ινστρουμενταλιστική γνώση, σκοποθεσία, νέο-Ευρωπαϊκή Ένωση, διαμορφωτική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση,
λιμπεραλιστικό περιεχόμενο, αντίνομος νεόκοσμος, εθνικοδυιστικά
στοιχεία, κ.ά.). Το ίδιο συμβαίνει
με την άστοχη έως και παραπλανητική απόδοση ξενόγλωσσων όρων, δυστυχώς
σημαντικών (σπουδές λιμπεραλιστικού περιεχομένου ως απόδοση του liberal arts, ηθικοπολιτικές αρετές για civic virtues, νοησιαρχικές γνωστικές περιοχές για cognitive studies, κ.ά.).
2. Υπάρχει κατάχρηση των
όρων «δημοκρατικός», «δημοκρατία», σε βαθμό που να απαξιώνει
την έννοια του είδους του πολιτεύματος, όταν ο όρος καταχρηστικά προσπαθεί να
αποδώσει κοινότοπους επιθετικούς προσδιορισμούς σε συμπεριφορές λειτουργών ή
συστήματα εκπαίδευσης. Η κατάχρηση αυτών των όρων αγγίζει τα όρια παρωχημένης
συνθηματολογίας παραπέμποντας σε άλλης φύσεως κείμενα (π.χ. η εμμονή σε εκφράσεις όπως Ευρώπη του Ευρώ), ενώ
εκφράσεις όπως «δημοκρατικοποίηση....
της δημοκρατίας», «δημοκρατικό σχολείο της αγοράς του δήμου», κ.ά., προσκρούουν στο γλωσσικό αισθητήριο ενός
ομιλητή της νεοελληνικής.
3. Το περιεχόμενο του εν
λόγω εγγράφου χαρακτηρίζεται από εμμονή στη φιλοσοφία και στο πνεύμα που
αναπτύχθηκαν κατά τη δεκαετία του 1960.
ΕΠΙ ΜΕΡΟΥΣ ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Οι επικεφαλίδες των επιμέρους παραγράφων ακολουθούν τα αντίστοιχα μέρη και την ορθογραφία
της Έκθεσης της ΕΕΜ.
1. Ιδεολογικός αναπροσανοτολισμός και
αναμόρφωση της σκοποθεσίας της Κυπριακής εκπαίδευσης
Λόγω της υψίστης
σημασίας, σχολιάζουμε ίσως εκτενέστερα το διατυπωθέν φιλοσοφικό υπόβαθρο στην
έκθεση της ΕΕΜ. Θεωρούμε ότι οποιεσδήποτε προτάσεις πρέπει να εδράζονται σε μία
φιλοσοφία, που οδηγεί άλλωστε στον στόχο, ως συνισταμένη των στρατηγικών αξόνων
και των επί μέρους προτάσεων. Κατά την έκθεση της ΕΕΜ, το φιλοσοφικό υπόβαθρο
του Κυπριακού Εκπαιδευτικού Συστήματος που πρέπει να αναμορφωθεί επικεντρώνεται
στο ότι: “το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο της σύγχρονης Κυπριακής εκπαίδευσης
παραμένει ελληνοκυπριακοκεντρικό, στενά εθνοκεντρικό, και πολιτισμικά
μονολιθικό”.
Δεν υπάρχει Κράτος στην
Ευρώπη αλλά και στον Κόσμο, που να μην έχει μέσω των Κρατικών Σχολείων στόχο
την προώθηση και ανάδειξη της εθνικής του πολιτισμικής φυσιογνωμίας, γλώσσας
και επικρατούσας θρησκείας και κατά την έννοια αυτή
να μην έχει «εθνοκεντρικό (σημ.
όχι εθνικιστικό) ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο». Κοινωνίες που
απαρνούνται τη βασική αυτή κατεύθυνση είναι καταδικασμένες σε συρρίκνωση και
αφανισμό. Πολύ δε περισσότερο η Κυπριακή Κοινωνία, που αν μη τι άλλο, το πρώτο
αν όχι μοναδικό που μπορεί να προβάλλει είναι η αδιαμφισβήτητη πολιτιστική της
κληρονομιά, για την οποία πρέπει να αισθάνεται περήφανος κάθε Κύπριος και όχι
να την απαξιώνει προσπαθώντας,
με μία νεοφανή υποδουλωτική σκέψη να ισοσταθμίσει τις πολιτιστικές
πραγματικότητες. Την προτεινόμενη στην έκθεση της ΕΕΜ τακτική εφήρμοσαν
νέα κράτη (όπως οι Η.Π.Α.), όπου δεν υπήρξε
πολιτισμική και πολιτιστική παράδοση και ομοιογένεια, προσπαθώντας να δώσουν
στους διαφορετικής αφετηρίας πολίτες τους ένα όραμα και στόχο. Είναι, κατά την
άποψη της ΔΕ του ΑΠΚΥ, απαράδεκτο να ακολουθείται και να προτείνεται με «μανιφέστο» (;) (αντί του ελληνικού όρου «Διακήρυξη») ή ίδια στρατηγική σε μία Κοινωνία που
θα έπρεπε να είναι υπερήφανη για την εθνική της ομοιογένεια και ιστορία.
Στόχος, επομένως θα έπρεπε να είναι η ενσωμάτωση των εκτός Κύπρου που επιθυμούν
να ενταχθούν στο εκπαιδευτικό σύστημα της Κύπρου και όχι η «αναμόρφωση» του συστήματος προς την
κατεύθυνση της πολιτισμικής φυσιογνωμίας των επιθυμούντων να ενταχθούν στην
Κυπριακή κοινωνία μέσω της Εκπαίδευσης. Σε ισχυρά (από κάθε άποψη) Ευρωπαϊκά
Κράτη (όπως η Γερμανία ή η Γαλλία), ουδέποτε πέρασε η ανωτέρω άποψη αναμόρφωσης
του εκπαιδευτικού τους συστήματος με στόχο και φιλοσοφία αυτά που αναφέρονται στο «μανιφέστο».
Αν και όπου, επομένως,
παρατηρούνται εθνικιστικές εκτροπές σε συγκεκριμένα στάδια της λειτουργίας του
εκπαιδευτικού συστήματος, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να συρρικνωθεί
(περαιτέρω) η πάσχουσα ελληνομάθεια, και γενικά η μελέτη των στοιχείων του
ελληνικού και τοπικού πολιτισμού στα αναλυτικά προγράμματα (που είναι ήδη
έντονα υποβαθμισμένη), αλλά ότι πρέπει τα αντικείμενα αυτά να προσεγγίζονται με
διαφορετική διάθεση.
Στο ανωτέρω πλαίσιο, φυσικά και πρέπει στο σύγχρονο
κυπριακό σχολείο να συμπεριλαμβάνονται οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες της
Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Παραδείγματα πολυπολιτισμικών κοινωνιών (και
μάλιστα σε ασυγκρίτως μεγαλύτερα μεγέθη από την Κύπρο) και ο τρόπος που
αντιμετωπίζονται στην εθνική τους Παιδεία, μπορεί να αντληθούν από άλλα
Ευρωπαϊκά Κράτη, όπως η Ιταλία (με την Αόστη), η Ισπανία (με την Καταλωνία και
την Βισκάϊα) το Βέλγιο (με τη Βαλωνία και τη Φλάνδρα) το Ηνωμένο Βασίλειο (με
την Αγγλία, Ουαλία, Σκωτία και Β. Ιρλανδία) κ.ά. Με ποια, λοιπόν, λογική, για
τη μικρή σε μέγεθος και πληθυσμό Κύπρο προβάλλεται ως «φιλοσοφία» για την «διαμορφωτική
εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» το αντίθετο;
Από τα ανωτέρω εκτεθέντα, η ΔΕ του ΑΠΚΥ, διαφωνεί πλήρως
στο μεγαλύτερο μέρος με τα διαλαμβανόμενα στη παράγραφο της έκθεσης της ΕΕΜ με
τίτλο «Ιδεολογικός αναπροσανατολισμός και
αναμόρφωση της σκοποθεσίας της Κυπριακής Εκπαίδευσης», που αφορά στη «φιλοσοφία» για τη «διαμορφωτική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» που προβάλλεται στο «μανιφέστο».
2. Αναμόρφωση θεσμικού πλαισίου διακυβέρνησης
και άσκησης εξουσίας, που αφορά τα κεντρικά και τοπικά όργανα διοίκησης, τη
σχολική μονάδα και την Κοινωνία των Πολιτών – Σταδιακή συγκέντρωση και
αποσυγκέντρωση.
Η ΔΕ του ΑΠΚΥ συμφωνεί
ότι «το σύστημα
διοίκησης/διακυβέρνησης, άσκησης εξουσίας και εποπτείας της Κυπριακής
εκπαίδευσης παραμένει αυστηρά
συγκεντρωτικό, ιεραρχικά γραφειοκρατικό, ανελαστικό και απηρχαιωμένο»
και απαιτεί αναδιάρθρωση στο «μακροεπίπεδο
του εθνικού κέντρου και το μικροεπίπεδο της τοπικής κοινωνίας». Οι
προτάσεις όμως της ΕΕΜ ούτε σαφείς είναι αλλά και αντιφάσκουν. Για παράδειγμα:
¶
Στο Κεντρικό Επίπεδο, δεν
γίνεται κατανοητή η ανάγκη ύπαρξης «Εκπαιδευτικού
Συμβουλίου» και «Συμβουλίου Παιδείας».
Ποιος είναι ο διαφορετικός τους ρόλος; Δεν θα δημιουργηθούν προβλήματα από αυτή
τη συνύπαρξη;
¶
Πως είναι δυνατόν στο παρόν Κεφάλαιο να προτείνεται από την ΕΕΜ η
συγκρότηση «Διεύθυνσης Υποχρεωτικής
Εκπαίδευσης (Δημοτικό και Γυμνάσιο) και Διεύθυνση Μεταϋποχρεωτικής Εκπαίδευσης»,
όταν στο αμέσως επόμενο Κεφάλαιο προτείνεται «η επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης από 9, όπως είναι σήμερα, σε 12
χρόνια», έστω και αν «η επέκταση αυτή
να γίνει σε βάθος χρόνου»; Δηλαδή, θα γίνει και πάλι αναδιάρθρωση των
Διευθύνσεων του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού; Και γιατί όχι εξ αρχής δεν
προτείνεται ενιαία Διεύθυνση ώστε να είναι εφικτός ο σχεδιασμός «σε βάθος χρόνου»;
¶
Η σύγχυση που επεκράτησε στην Ελλάδα με τους αποδοθέντες επιθετικούς
προσδιορισμούς της Εκπαίδευσης ως «Μεταδευτεροβάθμια»,
«Τριτοβάθμια», «Ανώτερη», «Ανώτατη», «Πανεπιστημιακή», και άλλως πως, όχι
μόνον προεκτάθηκε στην Κύπρο αλλά και συντηρείται εν πολλοίς στην έκθεση της
ΕΕΜ. Για παράδειγμα, η ονομασία «Διεύθυνση
Ανώτερης Εκπαίδευσης» δεν έχει νόημα, αφού σήμερα γίνεται λόγος διεθνώς για
«Ανώτατη Εκπαίδευση». Ενδεχομένως να
ήταν χρήσιμη μία Διεύθυνση Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, στην οποία να υπάγονταν
οι διάφορες επαγγελματικές Σχολές και Ινστιτούτα.
¶
Πως συνδέεται το «Συμβούλιο Ανώτατης
Εκπαίδευσης» με τη «Διεύθυνση
Ανώτατης Εκπαίδευσης»;
¶
Ιδρύματα όπως το Ανοικτό Πανεπιστήμιο της Κύπρου, το οποίο θα παρέχει δια
βίου εκπαίδευση, θα συνδέεται ταυτόχρονα με τη «Διεύθυνση της Δια Βίου Εκπαίδευσης» και με τη «Διεύθυνση της Ανώτατης Εκπαίδευσης»;
3. Αναμόρφωση της Δομής του
Εκπαιδευτικού Συστήματος από το Νηπιαγωγείο μέχρι το Πανεπιστήμιο – Βαθμίδες
και τύποι σχολείων, με ιδιαίτερη έμφαση στην αναμόρφωση της Ανώτερης
Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης – Ο νέος τύπος του Ενιαίου Σχολείου.
Η ΔΕ του ΑΠΚΥ συμφωνεί,
κατ’ αρχήν, με ορισμένες από τις θεσμικές
ρυθμίσεις που προτείνονται στην έκθεση της ΕΕΜ, όπως, η «επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης από 9 σε 12 χρόνια», η «καθιέρωση ανεξάρτητης και υποχρεωτικής
προδημοτικής εκπαίδευσης», η θέσπιση «Εθνικού
Απολυτηρίου», κ.ά. Απαιτείται, όμως κοινωνικός διάλογος ώστε να
συγκεκριμενοποιηθεί η υιοθέτησή τους και στη συνέχεια η διαδικασία υλοποίησής
τους. Από την άλλη μεριά, η «θεσμοθέτηση
του ολοήμερου Νηπιαγωγείου, Δημοτικού Σχολείου, Γυμνασίου και Λυκείου»
απαιτεί σοβαρή σκέψη, σχεδιασμό και προγραμματισμό, δεδομένου ότι συνδέεται με
τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες των οικογενειών στην Κύπρο, τις απαραίτητες
υποδομές, κ.ά. Ιδιαίτερα στην περίπτωση του
Γυμνασίου και του Λυκείου, ο θεσμός του ολοήμερου σχολείου, χωρίς τον
απαραίτητο σχεδιασμό που να οδηγεί σε αυτενέργεια και ανάληψη πρωτοβουλίας εκ
μέρους του ίδιου του μαθητή, προάγει μια παθητική στάση του μαθητή στο πλαίσιο
της εκπαιδευτικής διεργασίας.
Η ΔΕ του ΑΠΚΥ εκτιμά ότι
η απορρόφηση της δευτεροβάθμιας τεχνικής εκπαίδευσης από την γενική ενέχει τον
κίνδυνο της υποβάθμισής της, καθώς δεν είναι εφικτή η δημιουργία και συντήρηση
επαρκούς υποδομής στα μη εξειδικευμένα ενιαία λύκεια. Ανάλογη άλλωστε
προσπάθεια στην Ελλάδα δεν απέδωσε. Υπάρχει επομένως ο κίνδυνος, εάν εφαρμοσθεί
η πρόταση, να απογυμνωθούν οι Κυπριακές επιχειρήσεις από εξειδικευμένο προσωπικό,
ενώ ποδηγετεί στρεβλά την έφεση πολλών παιδιών σε μελλοντική ενασχόλησή τους με
τεχνικά επαγγέλματα. Ίσως η καλλίτερη λύση θα ήταν η εντονότερη παροχή γενικής
Παιδείας στην Τεχνική Εκπαίδευση και όχι η κατάργηση της τελευταίας.
Η αποτυχία των Ι.Ε.Κ.
στην Ελλάδα, προμηνύει την αντίστοιχη επισφαλή ως προς την επιτυχία δημιουργία
«Μεταλυκειακών Κέντρων Επαγγελματικής
Κατάρτισης». Ενδεχομένως, τον ρόλο αυτό να δύναται να αναλάβουν τα ιδρύματα
Ανώτατης/Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης της Κύπρου με οργάνωση προγραμμάτων
επαγγελματικής κατάρτισης σε ειδικότητες αιχμής κατά χρονική περίοδο.
4. Ανανέωση του Περιεχομένου της
Εκπαίδευσης – Αναλυτικά Προγράμματα και Παιδαγωγική-Διδακτική Διαδικασία –
Ιδιαίτερη έμφαση στην κεντρική θέση της γενικής εγκυκλίου παιδείας
Η ΔΕ του ΑΠΚΥ διαφωνεί
με την προτεινόμενη «αναθεώρηση της
φιλοσοφίας/σκοπών», όπως άλλωστε αναλύθηκε στην παράγραφο 1. Δεν κατανοούμε την άποψη των μελών της
ΕΕΜ ότι το «Ελληνοκυπριακό σχολικό
σύστημα συμπεριλαμβάνει και πολλά στοιχεία της παραδοσιακής ελληνοεθνοκεντρικής
φιλοσοφίας». Πως ορίζεται η εν λόγω φιλοσοφία; Αποτελεί η
ελληνοεθνοκεντρική (σημ. όχι εθνικιστική) φιλοσοφία απευκταίο; Δηλαδή, είναι
απευκταία η διατήρηση της ιστορικής μνήμης ενός λαού (π.χ. των τραγικών
γεγονότων του 1974) και η γνώση των πολιτιστικών του στοιχείων; Ένας τόπος που
δεν γνωρίζει την ιστορία του είναι καταδικασμένος να εκλείψει. Με το ίδιο
σκεπτικό, όλος ο πολιτιστικός και ιστορικός πλούτος των κρατών που συναποτελούν
αυτό που ονομάζεται σήμερα Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα διατηρείτο μέχρι σήμερα για
να δώσει ένα ξεχωριστό και ανθρώπινο όραμα για την Ευρώπη.
Η ΔΕ του ΑΠΚΥ συμφωνεί
ως προς την ανάγκη διαμόρφωσης ενός
διαθεματικού προγράμματος, το οποίο να συνδυάζει την ανθρωπιστική, την
επιστημονική και την τεχνολογική
γνώση και να καλλιεργεί την κριτική σκέψη και τις ανθρωπιστικές αξίες, την ενίσχυση του μαθήματος της παιδείας
του πολίτη, την εισαγωγή του μαθήματος
της πληροφορικής και της νέας τεχνολογίας στα Γυμνάσια και
Λύκεια και την αναβάθμιση των κοινωνικών επιστημών. Παράλληλα όμως, θα
πρέπει να αναβαθμιστούν και οι θετικές επιστήμες, οι οποίες σε κάποιο βαθμό,
στα πλαίσια της εκλαΐκευσης, έχουν αποψιλωθεί από επιστημονικό περιεχόμενο και
μεθοδολογία προς χάριν κάλυψης όσο το δυνατό περισσότερης ύλης.
Η «εισαγωγή της Τουρκικής γλώσσας στο Λύκειο» θα πρέπει
να γίνει κατ’ επιλογήν και παράλληλα με την ενίσχυση των κυριοτέρων γλωσσών και
λογοτεχνιών του Ευρωπαϊκού χώρου, στον οποίο έχει ενταχθεί και ανήκει φυσικά η
Κύπρος.
Όσον αφορά την «αναθεώρηση των βιβλίων της Ιστορίας», είναι γνωστό ότι η αντικειμενική συγγραφή της σύγχρονης Ιστορίας
καθίσταται περισσότερο εφικτή, όταν
παρέλθουν τουλάχιστον 30 χρόνια, οπότε και δημοσιοποιούνται επίσημα όλα
τα σχετικά αρχεία. Επομένως, τι σημαίνει αναθεώρηση; Ότι κάποια ιστορικά αρχεία
και γεγονότα παραβλέπονται επιλεκτικά; Κάτι
τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο. Η όλη παιδαγωγική αξία της Ιστορίας όμως, ώστε να μην
επαναλαμβάνονται από την ανθρωπότητα τα ίδια λάθη, έγκειται στην ψυχρή και
αντικειμενική παράθεση και αξιολόγηση των γεγονότων μέσα στο κλίμα της κάθε
εποχής, πράγμα με το οποίο συμφωνούμε, και όχι βέβαια στην απάλειψή τους. Η ΕΕΜ
προφανώς προτείνει την από κοινού συγγραφή βιβλίων από Ελληνοκυπρίους και
Τουρκοκυπρίους ειδικούς. Η ΔΕ του ΑΠΚΥ υπενθυμίζει ότι προς το παρόν συναντά
δυσχέρειες ακόμη και η εργαστηριακή σύμπραξη ερευνητών σε Πανεπιστημιακό
επίπεδο, πολύ δε περισσότερο, δεν έχουν εμφανισθεί (και αξιολογηθεί από την
διεθνή επιστημονική κοινή γνώμη) πορίσματα αυτής της πειραματικής μεθοδολογίας
στη μελέτη της ιστορίας. Θα ήταν επομένως επιπολαιότητα να προτάσσεται ένα
τέτοιο ζητούμενο στην συζήτηση για την βελτίωση των βιβλίων ιστορίας.
Η ΔΕ του ΑΠΚΥ δεν
συμφωνεί με το δεύτερο σκέλος της πρότασης της
ΕΕΜ για «συμμετοχή των μαθητών στην
οργάνωση της διδασκαλίας και στην διαδικασία μάθησης, καθώς και στην αξιολόγηση
του εκπαιδευτικού έργου», διατύπωση η οποία παραπέμπει στον, προς χάριν του
λέγειν, προβληματισμό του Σωκράτη περί του ποιος καθορίζει τι, ο
ειδικός-δάσκαλος ή ο μαθητευόμενος; Τέτοιες διατυπώσεις είναι άστοχες, αφού η
μάθηση αποτελεί διεργασία η οποία απαιτεί μεν τον συντονισμό όλων, ο καθένας
όμως με τον ρόλο και την ευθύνη στο έργο του. Δεν αποτελεί δηλαδή η μάθηση
συνεργατικό ταμιευτήριο από όπου ο καθένας αντλεί ομοειδείς ποσότητες. Ο
μαθητής θα πρέπει να εμπνέεται και να αντλεί γνώσεις και ο καθηγητής να εμπνέει
και να παρέχει τις γνώσεις αυτές. Συμμετοχή του
μαθητή στην ορθή διαμόρφωση του μαθησιακού περιβάλλοντος ναι, ισοπέδωση
όμως με την συμμετοχή του στην αξιολόγηση του
εκπαιδευτικού έργου θα οδηγήσει κατά την άποψή μας σε μια ακόμη χαμένη
«επανάσταση» και αποπροσανατολισμό της νεολαίας μας από τα πραγματικά
προβλήματα.
5. Δημόσια Πανεπιστημιακή και
Τριτοβάθμια Εκπαίδευση
Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω πρέπει να γίνει σαφής η ορολογία που αναφέρεται
στην μεταλυκειακή εκπαίδευση. Η ΔΕ του ΑΠΚΥ θεωρεί ότι ο μοναδικός διαχωρισμός
που πρέπει να υπάρχει είναι, σε «Ανώτερη
Τεχνική και Επαγγελματική Εκπαίδευση» και σε «Ανώτατη ή Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση».
Η ΔΕ του ΑΠΚΥ θεωρεί ότι οι «ρυθμίσεις»
που προτείνει η ΕΕΜ είναι είτε κοινότοπες, ή ασαφείς ή αμφιλεγόμενες και πάντως
η κάθε μία θα έπρεπε να συνοδεύεται από επεξηγηματική πρόταση. Για παράδειγμα,
πως εννοείται ότι η «λειτουργία του ΤΕΠΑΚ
θα πρέπει να βοηθήσει προς την περαιτέρω προώθηση των θετικών και τεχνολογικών
κλάδων»; Όταν στο Πανεπιστήμιο Κύπρου λειτουργούν ομότιτλα Τμήματα με αυτά
που προγραμματίζονται να λειτουργήσουν στο ΤΕΠΑΚ. Δεν απαιτείται επί του
προκειμένου κεντρικός σχεδιασμός ώστε τα δύο Πανεπιστήμια να μην λειτουργούν
ανταγωνιστικά, αλλά συμπληρωματικά;
Η ενίσχυση της Δημόσιας Ανώτατης εκπαίδευσης και η ειδική προώθηση των
θετικών και τεχνολογικών κλάδων, χωρίς αυτό να συνεπάγεται την απάλειψη, συρρίκνωση ή υποβάθμιση των ανθρωπιστικών
και κοινωνικών επιστημών βρίσκει σύμφωνη την ΔΕ του ΑΠΚΥ.
Η προώθηση ειδικού
προγράμματος για τις μειονότητες, η εφαρμογή του ECTS και του Diploma Supplement από το 2005, σύμφωνα με τις προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η στήριξη
των θεσμών του ΚΥΣΑΤΣ και του ΣΕΚΑΠ, η θεσμοθέτηση Εθνικού Φορέα Διασφάλισης
και Πιστοποίησης Ποιότητας, η θεσμοθέτηση προγράμματος υποτροφιών για
διδακτορικές σπουδές στην Κύπρο και στο εξωτερικό και η λειτουργία του νέου
θεσμού του Συμβουλίου Ανώτατης Εκπαίδευσης αποτελούν μέτρα τα οποία χαιρετίζουν
τα μέλη της ΔE του AΠΚΥ. Η στήριξη της αυτονομίας των φορέων αυτών, και
ο σεβασμός της ακαδημαϊκής ελευθερίας των Πανεπιστημίων, τα οποία λογοδοτούν
στην κοινωνία με το έργο και το επίπεδο των αποφοίτων τους, αποτελούν όρους
επιτυχίας της εκπαιδευτικής πολιτικής για την Ανώτατη εκπαίδευση.
Στον Ευρωπαϊκό και
ευρύτερα παγκόσμιο χώρο, οι μοναδικές χώρες που μιλούν την Ελληνική γλώσσα
είναι η Ελλάδα και η Κύπρος. Επομένως, θεωρείται απολύτως φυσιολογικό τα δύο
αυτά κράτη να συνεργάζονται στην παροχή εκπαιδευτικού υλικού και οι φοιτητές
τους να είναι αποδέκτες των ιδίων βιβλίων και πηγών γνώσεων. Αν αυτό θεωρείται εξάρτηση της Κύπρου από
την Ελλάδα, τότε, για τους ίδιους λόγους, γιατί δεν αναφέρει η ΕΕΜ και την εξάρτηση από
Αγγλοσαξωνικές χώρες σε πρώτο λόγο;
6. Ιδιωτική Τριτοβάθμια Εκπαίδευση
Η ΔΕ του ΑΠΚΥ πιστεύει
ότι επιβάλλεται η διαμόρφωση ενός σύγχρονου και ολοκληρωμένου συστήματος
τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπου θα καθορίζονται οι στρατηγικοί της στόχοι, οι
διάφοροι τύποι ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (κρατικών και ιδιωτικών), και
οι μηχανισμοί/σώματα διαμόρφωσης πολιτικής και συντονισμού και ελέγχου ποιότητας. Η ΔΕ του ΑΠΚΥ διαφωνεί
με την εκτίμηση της ΕΕΜ ως προς την λειτουργία των ιδιωτικών σχολών/κολεγίων «στο
πλαίσιο ενός άκρατου νεοφιλελευθερισμού», καθώς αυτή παραποιεί τις συνθήκες
που επικράτησαν στον τόπο μετά την ανεξαρτησία. Οι ιδιωτικές
σχολές/κολέγια για πολλά έτη υποκαθιστούσαν στην παροχή τριτοβάθμιας
εκπαίδευσης το επίσημο κράτος, που αδυνατούσε να παρέχει τριτοβάθμια
εκπαίδευση.
7. Μόρφωση και Επιμόρφωση Εκπαιδευτικών
Η εκπαίδευση, επιμόρφωση
και παιδαγωγική κατάρτιση των δασκάλων και των καθηγητών Μέσης Εκπαίδευσης θα
πρέπει να γίνει με σοβαρό σχεδιασμό, στον οποίο να λάβουν μέρος και οι ίδιοι οι
εκπαιδευτικοί, οι οποίοι διαθέτουν σημαντικές εμπειρίες αναφορικά με τα τρωτά
του συστήματος. Θα πρέπει όμως, παράλληλα με την παιδαγωγική κατάρτιση, να
δοθεί η δέουσα σημασία και στα ουσιαστικά προσόντα (περιεχόμενο σπουδών) των
εκπαιδευτικών. Στην έκθεση παρατηρείται μονομερής κάλυψη του θέματος, καθώς η
ΕΕΜ αναφέρεται επανειλημμένα στην αξιολόγηση του Τμήματος ΕΠΑ του Πανεπιστημίου
Κύπρου (σελ. 92, 109 και 230-231), αλλά αναφερόμενη στους καθηγητές Μέσης
Εκπαίδευσης περιορίζει τις παρατηρήσεις της στην παιδαγωγική τους κατάρτιση,
αποφεύγοντας π.χ. να αναφερθεί στο χρόνιο πρόβλημα του διορισμού ως φιλολόγων πτυχιούχων όλων των Τμημάτων
των Φιλοσοφικών Σχολών, για να διδάξουν αδιακρίτως όλα τα λεγόμενα φιλολογικά
μαθήματα, άσχετα από την επάρκεια των γνώσεών τους σε αυτά.
8. Αξιολόγηση του έργου της σχολικής
μονάδας, του εκπαιδευτικού έργου και του εκπαιδευτικού
Συμφωνούμε ότι η
υπάρχουσα κατάσταση είναι αναχρονιστική και ξεπερασμένη και ότι αποτελεί
κατάλοιπο ενός παλαιού συγκεντρωτικού και γραφειοκρατικού συστήματος. Οι
προτάσεις της ΕΕΜ για ένα σύστημα εσωτερικής αξιολόγησης του έργου της σχολικής
μονάδας ως σύνολο και εξωτερικής αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, μέσα από το
επιτελούμενο έργο της μονάδας, καθώς και η εισήγηση για μετεξέλιξη του ρόλου
του Επιθεωρητή σε Εκπαιδευτικό Σύμβουλο, αποτελούν μια χρυσή τομή για την
σημαντική καλυτέρευση του εκπαιδευτικού συστήματος στον τομέα αυτό.
9. Διαπολιτισμική Εκπαίδευση για μια
ανοικτή δημοκρατική Κοινωνία της Γνώσης
Η διευρυμένη διδασκαλία
ξένων γλωσσών, χωρίς μονοπωλιακή προτίμηση σε κάποιες απ’ αυτές, η ενισχυτική
διδασκαλία της μητρικής γλώσσας στα παιδιά των μεταναστών και των
επαναπατριζομένων και η προώθηση της Ευρωπαϊκής Διάστασης των πραγμάτων σε όλα
τα γνωστικά αντικείμενα, μας βρίσκει σύμφωνους. Τα κοινά προγράμματα
συνεργασίας με την τουρκοκυπριακή κοινότητα και τις άλλες κοινότητες της Κύπρου
θα συμβάλουν ουσιαστικά στην προώθηση αυτή.
10. Το πρόβλημα της παραπαιδείας
Σε ό,τι αφορά στην Παραπαιδεία, η ΔΕ του ΑΠΚΥ συμφωνεί στην ανάγκη να
ληφθούν μέτρα για τον περιορισμό της. Πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη ότι η
παραπαιδεία αναπτύσσεται όταν υπάρχει κενό στην Παιδεία. Ένα ορθολογικό και
ολοκληρωμένο σύστημα εκπαίδευσης δεν επιτρέπει χώρο για την ανάπτυξη της παραπαιδείας. Επομένως, η παραπαιδεία μπορεί να
παταχθεί με την ποιοτική βελτίωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, την αύξηση των
αναγκαίων οικονομικών πόρων, την βελτίωση της υλικοτεχνικής υποδομής και τον
εκσυγχρονισμό του συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, και όχι με
κατασταλτικά μέτρα.
11. Το σύστημα διορισμού στη δημόσια εκπαίδευση
Η ΔΕ συμφωνεί με τις εισηγήσεις της ΕΕΜ σχετικά με το σύστημα διορισμού
στην δημόσια εκπαίδευση. Με την βοήθεια μιας σειράς αξιοκρατικών και δίκαιων
κριτηρίων, αναμένεται ότι θα εκλείψει και το φαινόμενο της αυθαιρεσίας κάποιων
επαγγελματικών φορέων και θα μπει κάποια τάξη στα σχέδια υπηρεσίας των σχετικών
θέσεων.
H Διοικούσα Επιτροπή του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου
(Καθηγ. Πάνος Ραζής (Πρόεδρος),
Καθηγ. Γεώργιος Φιλοκύπρου (Αντιπρόεδρος), Καθηγ. Ανδρέας Γρ. Ορφανίδης, Αναπλ. Καθηγ.
Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, Αναπλ. Καθηγ. Αντώνης Τσακμάκης, Καθηγ.
Φώτιος Γραβάνης, Δρ. Μιχαλάκης Πηλαβάκης)