Κύπρος: Μία μπερδεμένη πραγματικότητα πίσω από τους αριθμούς

Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου 2005 | UNHCR News Stories


Αιτητής ασύλου στη Λευκωσία δείχνει τα έγγραφα που παρέλαβε στην Κύπρο μετά την υποβολή αίτησης ασύλου.
© UNHCR/M.Λυσάνδρου

 

 

ΛΕΥΚΩΣΙΑ, Κύπρος, 13 Ιανουαρίου - "Πτώση των αιτήσεων ασύλου στις βιομηχανικές χώρες" (Μάιος 2003), "Από το 1987 και μετά σημειώνονται τα χαμηλότερα ποσοστά αιτήσεων ασύλου στις βιομηχανικές χώρες, τονίζει η Υ.Α. " (Αύγουστος 2004). Τα τελευταία χρόνια, τα δημοσιεύματα που αφορούν τα στατιστικά ασύλου συμφωνούν σε ένα πράγμα: από το 1992, ο αριθμός των αιτούντων άσυλο στις βιομηχανικές χώρες έχει μειωθεί περισσότερο από 50%, τάση που επικρατεί σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.).

 

Ωστόσο, με μια πιο προσεκτική ματιά στους αναλυτικούς πίνακες της Υ.Α. που παρουσιάζουν τις αιτήσεις ασύλου στις βιομηχανικές χώρες ανά τρίμηνο, θα διαπιστώσουμε ότι μία χώρα αποτελεί εξαίρεση: η Κύπρος.

 

Συγκεκριμένα, οι αιτήσεις ασύλου αυξήθηκαν κατά 363 % μεταξύ 2002 και 2003, τη στιγμή που στην Ευρώπη το ποσοστό αυτό μειώθηκε κατά 20%. Αν συγκρίνουμε τους πρώτους 9 μήνες του 2004 με την αντίστοιχη περίοδο του 2003, θα δούμε ότι πρόκειται για αύξηση της τάξης του 499%. Με άλλα λόγια πρόκειται για μια εντυπωσιακή αύξηση της τάξης του 563% κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου του 2003.

 

Η Κύπρος είναι το τρίτο μικρότερο κράτος στην Ευρώπη των 25, με συνολικό πληθυσμό 731.000 κατοίκων στην περιοχή που ελέγχεται από την αναγνωρισμένη κυβέρνηση. Ο αριθμός των ανθρώπων που κατέθεσαν αίτηση ασύλου στη Κύπρο το 2004 (χωρίς να έχει υπολογιστεί ακόμα ο μήνας του Δεκεμβρίου) ανέρχεται στις 7.375. Σε κατά κεφαλήν σύγκριση, ο αριθμός αυτός θα αντιστοιχούσε σε 600.000 νέες αιτήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε περισσότερες από 800.000 στη Γερμανία. Αν και τέτοιου είδους θεωρητικές συγκρίσεις είναι κάπως περιοριστικές, υπογραμμίζουν ωστόσο τη σημαντικά διαφορετική τάση που επικρατεί στην Κύπρο σε σύγκριση με τις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. 

 

Από πού λοιπόν έρχονται όλοι αυτοί οι αιτούντες άσυλο; Μήπως πρόκειται για "εισβολή", όπως αρέσκονται να λένε ακροδεξιοί πολιτικοί και τα ταμπλόιντ; Είναι όντως πρόσφυγες; Γιατί την Κύπρο; Και πώς το αντιμετωπίζει αυτό η χώρα;

 

Η απάντηση είναι ότι πρόκειται μάλλον για περίεργο μεταναστευτικό τέχνασμα παρά για κύμα μαζικών αφίξεων. Οι  περισσότεροι αιτούντες άσυλο στην Κύπρο όντως εκμεταλλεύονται το σύστημα – αυτό όμως είναι αποτέλεσμα μάλλον λανθασμένης καθοδήγησης παρά εγκληματικής πρόθεσης. Οι περισσότεροι από αυτούς εισέρχονται στη χώρα νόμιμα και στη συνέχεια υποβάλλουν αίτημα για άσυλο, με αποτέλεσμα να προκύπτουν αυτά τα στατιστικά στοιχεία, τα οποία μπορεί εύκολα να τύχουν λανθασμένης ερμηνείας.

 

Παρόλο που οι αιτούντες άσυλο στην Κύπρο προέρχονται από περίπου 40 διαφορετικές χώρες, από τα τέλη του 2003 οι μισοί από αυτούς έρχονται από δύο μόνο χώρες: το Μπαγκλαντές και το Πακιστάν. Η πλειοψηφία τους είναι φοιτητές, που έρχονται στην Κύπρο έχοντας νόμιμη φοιτητική βίζα ή νόμιμη άδεια εργασίας.

 

Το 2002, αίτηση για άσυλο έκαναν μόνο 71 Πακιστανοί και ούτε ένας από το Μπαγκλαντές. Τους τελευταίους μήνες του 2003, ωστόσο, παρατηρήθηκε μια αλλαγή: 2.077 άτομα από το Μπαγκλαντές και 480 από το Πακιστάν ζήτησαν άσυλο - η συντριπτική πλειοψηφία μέσα στο τελευταίο τρίμηνο του έτους.

 

Στο γεγονός αυτό φαίνεται ότι συνετέλεσαν πολλοί παράγοντες - πρώτο και κύριο το γεγονός ότι στους αιτούντες άσυλο επιτρέπεται να δουλέψουν ενώ στους κατόχους φοιτητικής βίζα όχι.

 

"Τους λυπάμαι", λέει ο Ανδρέας Αγρότης, εξεταστής αιτήσεων ασύλου στην Κυπριακή Υπηρεσία Ασύλου. "Είναι πολύ φτωχοί και ξοδεύουν όλες τους τις οικονομίες για να έρθουν στην Κύπρο. Συνάντησα πολλές περιπτώσεις αιτούντων άσυλο που έφθασαν στην Κύπρο με φοιτητικές άδειες και μετά από λίγο διάστημα παράτησαν τις σπουδές τους γιατί δεν μπορούσαν πλέον να πληρώνουν τα δίδακτρα. Όταν τους ρώταγα γιατί έκαναν αίτηση για άσυλο, η συνηθισμένη απάντηση ήταν ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να νομιμοποιήσουν την παραμονή τους στο νησί, ή γιατί έδωσαν όλα τους τα χρήματα στον πράκτορα που τους έφερε στην Κύπρο. Έτσι, δεν μπορούν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, καθώς προέρχονται από φτωχές οικογένειες που δεν μπορούν να τους συντηρήσουν".

 

Την ίδια εκδοχή έδωσε και ο Τουχίν, ένας 24χρονος από το Μπαγκλαντές που πέρασε τα τέσσερα τελευταία χρόνια σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο στην Κύπρο. Ο Τουχίν λέει ότι γνωρίζει πολλούς συμπατριώτες του που έχουν ζητήσει άσυλο, ρίχνει όμως το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης στα πρακτορεία που λειτουργούν στο Μπαγκλαντές. "Οι πράκτορες είναι αυτοί που παραπληροφορούν όλα αυτά τα παιδιά· τους λένε να έρθουν στην Κύπρο και τους κάνουν να πιστέψουν ότι παράλληλα με τις σπουδές τους θα μπορούν και να δουλέψουν".

 

Σύμφωνα με τον Τουχίν, πολλοί γονείς φοιτητών έχουν φτάσει μέχρι το σημείο να πουλήσουν τη γη ή το μαγαζί τους για να πληρώσουν 3.000 με 7.000 δολάρια που ζητούν τα πρακτορεία. Μέρος του ποσού αυτού πάει στον πράκτορα και το υπόλοιπο στο κολλέγιο στην Κύπρο, όπου εγγράφονται τα παιδιά. Το κάνουν αυτό έχοντας την πεποίθηση - που με προσοχή καλλιεργούν τα πρακτορεία - ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να προσφέρουν στα παιδιά τους ένα καλύτερο μέλλον.

 

Ο Ναβίντ, 24χρόνος φοιτητής από το Πακιστάν, έχει περάσει ακριβώς από τα ίδια στάδια της παραπληροφόρησης, της προσδοκίας και της απομυθοποίησης που περιγράφει και ο Τουχίν. "Οι πράκτορες στη χώρα μου μας δίνουν λανθασμένες πληροφορίες", λέει. "Λένε στον κόσμο ότι η Κύπρος είναι σαν την Αμερική και τον Καναδά και ότι εκεί θα έχουν τη δυνατότητα να βγάλουν λεφτά και να τα στείλουν πίσω στις οικογένειές τους".

 

Ο Ναβίντ ήθελε να έρθει στην Κύπρο για να σπουδάσει ξενοδοχειακή διοίκηση. "Δεν έχω προβλήματα στη χώρα μου και σκοπός μου ήταν να επιστρέψω εκεί μετά το πέρας των σπουδών μου και να ανοίξω ένα εστιατόριο".

 

Όπως τόσοι άλλοι, λέει ότι εξαπατήθηκε από τον πράκτορά του. "Όταν ήρθα εδώ τον περασμένο Αύγουστο, διαπίστωσα ότι δεν είχε στείλει τα λεφτά που του έδωσα στο πανεπιστήμιο. Απένταρος, άρχισα να ρωτάω από δω κι από κει τι μπορούσα να κάνω. Μου είπαν να κάνω αίτηση για άσυλο. Έτσι κι έκανα τον Οκτώβρη, χωρίς καν να γνωρίζω για ποιους λόγους αιτείται κανείς άσυλο".

 

Οι κυπριακές αρχές ανέλαβαν την ευθύνη αξιολόγησης των αιτήσεων ασύλου μόλις τον Ιανουάριο του 2002 - πιο πριν η Υ.Α. ήταν αυτή που αποφάσιζε ποιοι αιτούντες άσυλο ήταν πραγματικοί πρόσφυγες. Όπως και σε άλλα νέα κράτη μέλη της Ε.Ε., στην Κεντρική Ευρώπη, το σύστημα είναι καινούριο. Αφού ξεπεράστηκαν ορισμένα προβλήματα στην αρχή, προσελήφθη επιπρόσθετο προσωπικό, το οποίο και εκπαιδεύτηκε μέχρι το καλοκαίρι του 2003. Το σύστημα άρχισε έτσι να λειτουργεί σωστά. Λίγους μήνες αργότερα, οι αιτήσεις αυξήθηκαν κατακόρυφα καθώς πολλά άτομα από το Μπαγκλαντές και το Πακιστάν με φοιτητικές ή ληγμένες άδειες εργασίας ανακάλυψαν ξαφνικά τη μαγική λύση που θα έδινε τέλος στα προβλήματά τους.

 

Προς τιμήν του, το Υπουργείο Εσωτερικών και οι υπάλληλοί του, παρά τον μεγάλο φόρτο εργασίας με χιλιάδες ξαφνικά αιτήσεις, κατέβαλαν μεγάλη προσπάθεια ώστε να συνεχίσουν να εξετάζουν τις αιτήσεις έχοντας κατά νου τις ανάγκες προστασίας των πραγματικών προσφύγων.

 

"Προτεραιότητά μας είναι να προστατεύουμε αυτούς που το έχουν πραγματικά ανάγκη", τονίζει ο Μάκης Πολυδώρου, Προϊστάμενος της Κυπριακής Υπηρεσίας Ασύλου. "Παράλληλα, ωστόσο, πρέπει να καταπολεμήσουμε την εκμετάλλευση, χωρίς να παραβιάζουμε τα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων".

 

Ο Σώτος Κτωρής, διοικητικός υπάλληλος στην Υπηρεσία Ασύλου, λέει ότι η υπηρεσία επικεντρώνει αυτή τη στιγμή το ενδιαφέρον της σε ομάδες των οποίων τα αιτήματα για άσυλο είναι καταφανώς αβάσιμα. "Αυτό όμως δεν μας αφήνει καθόλου χρόνο να ασχοληθούμε με τις περιπτώσεις πραγματικών προσφύγων. Συνεπώς, καθυστερούμε την επεξεργασία των ελάχιστων αιτήσεων που έχουμε για παράδειγμα από την Ακτή Ελεφαντοστού, το Κονγκό και το Σουδάν".

 

Το συνολικό ποσοστό αναγνώρισης στην Κύπρο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 30 Νοεμβρίου 2004 ήταν 3.6%. Αν υπολογιστεί και ο αριθμός των αιτήσεων για τις οποίες η διαδικασία διακόπηκε, τότε το ποσοστό πέφτει στο 1,5%. Εξίσου χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης έχουν η Ελλάδα και η Σλοβακία, γεγονός που έχει προκαλέσει επανειλημμένα την ανησυχία της Υ.Α. Και αυτό διότι στις αιτήσεις ασύλου που απορρίπτονται περιλαμβάνονται πολλές αιτήσεις από χώρες και περιοχές με σχετικά υψηλό ποσοστό παραγωγής προσφύγων, όπως είναι το Ιράκ την περίοδο του Σαντάμ Χουσέϊν ( για την περίπτωση της Ελλάδας) και η Τσετσενία ( για την περίπτωση της Σλοβακίας).

 

Ωστόσο, το χαμηλό ποσοστό αναγνώρισης της Κύπρου δεν προβληματίζει την Υ.Α. "Πιστεύουμε ότι το ποσοστό είναι δίκαιο", δήλωσε η απερχόμενη αντιπρόσωπος της Υ.Α. στη Λευκωσία κ. Μπέτσι Γκρήβ. "Η συντριπτική πλειοψηφία των αιτήσεων δεν αφορά πρόσφυγες, αλλά φοιτητές ή οικονομικούς μετανάστες που λανθασμένα πίστεψαν ότι για να μπορέσουν να παρατείνουν τη διαμονή τους στην Κύπρο η λύση ήταν να ζητήσουν άσυλο".

 

Αυτή η ατυχής μεταναστευτική τρύπα που παρατηρείται στην Κύπρο πρόκειται να σταματήσει. Τον περασμένο Οκτώβρη, οι Κυπριακές αρχές – με την πλήρη υποστήριξη της Υπάτης Αρμοστείας- εφάρμοσαν μία ταχύρρυθμη διαδικασία για τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που πιστεύεται ότι είναι καταφανώς αβάσιμες. Κατά τους πρώτους δύο μήνες εφαρμογής αυτής της διαδικασίας, εξετάστηκαν οι υποθέσεις 1,788 αιτούντων άσυλο, κυρίως από το Μπαγκλαντές και Πακιστάν. Από αυτούς, οι 352 απορρίφθηκαν, 20 αναγνωρίστηκαν πρόσφυγες ή τους δόθηκε ανθρωπιστικό καθεστώς (12 Ιρανοί και 8 Παλαιστίνιοι) και για 1,416 έκλεισαν οι υποθέσεις τους – επειδή είτε απέσυραν τις αιτήσεις τους είτε δεν παρουσιάστηκαν, όταν κλήθηκαν, στις συνεντεύξεις τους.

 

Μία ακόμα καινούργια εξέλιξη, είναι ότι τους τελευταίους λίγους μήνες ένας αριθμός μαθητών των οποίων οι αιτήσεις απορρίφθηκαν απελάθηκαν αμέσως στις χώρες καταγωγής τους χωρίς να έχουν συμπληρώσει τις σπουδές τους – στέλνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο ένα δυνατό μήνυμα, ότι το τέχνασμα υποβολής ψευδών αιτήσεων ασύλου είναι στην πραγματικότητα αντιπαραγωγικό.

  

Επιπρόσθετα, από την αρχή του 2004, οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας εφαρμόζουν πολύ πιο αυστηρές διαδικασίες αναφορικά με την έκδοση φοιτητικών αδειών, κατά τις οποίες μεταναστευτικοί λειτουργοί αποστέλλονται στις χώρες καταγωγής προκειμένου να εξετάζουν αιτήσεις πιο διεξοδικά. Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι περίπου το 90 % των αιτήσεων για έκδοση φοιτητικών αδειών απορρίπτονται λόγω υποβολής ψευδών εγγράφων ή λόγω του γεγονότος ότι ο υποψήφιος δεν μιλά την Αγγλική – γεγονός το οποίο δεν θα του επέτρεπε να παρακολουθήσει τις σπουδές του στην Κύπρο.

 

Ο ρόλος ορισμένων κολεγίων στο θέμα αυτών έχει προκαλέσει μία έντονη συζήτηση μεταξύ κυβέρνησης και κολεγίων.

 

Ίσως το πιο σημαντικό απ’ όλα, είναι ότι η κυβέρνηση ετοιμάζει μία σημαντική τροποποίηση στην νομοθεσία περί αλλοδαπών και μετανάστευσης, η οποία θα επιτρέπει στους ξένους φοιτητές να εργάζονται σε μερική (part time) βάση.

 

Πιθανόν λόγω διάδοσης, εν μέρει, του γεγονότος ότι το παιγνίδι ασύλου τελείωσε, ο αριθμός των αιτήσεων από υπηκόους του Μπαγκλαντές και του Πακιστάν έπεσε κατά 24% και 20% τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο 2004, αντιστοίχως – παρόλο που ορισμένοι Κινέζοι φοιτητές και εργάτες από τη Σρί Λάνκα με ληγμένες θεωρήσεις διαβατηρίων, φαίνεται ότι χρησιμοποιούν την οδό αυτή προκειμένου να παραμείνουν στην Κύπρο.

 

Ο Ναβίντ, ο Πακιστανός φοιτητής που μαζί με τόσους άλλους υπέβαλε αίτηση ασύλου για τους λανθασμένους λόγους, απέσυρε την αίτησή του. «Ύστερα από λίγο καιρό», αναφέρει, «κατάλαβα ότι η αίτηση δεν με εξυπηρετεί σε τίποτε. Ήρθα εδώ για να σπουδάσω και δεν έχω κανένα πρόβλημα στη χώρα μου. Έτσι αποφάσισα να αποσύρω την αίτησή μου, επειδή ήταν πια ξεκάθαρο ότι δεν έπραξα σωστά. Ευτυχώς για μένα, η οικογένειά μου μπορεί να πληρώσει το εισιτήριο για τη επιστροφή μου στο Πακιστάν. Όσο για τα σχέδιά μου να ανοίξω το δικό μου εστιατόριο, θα πρέπει να περιμένουν.»

 

Όσο η κυβέρνηση της Κύπρου γίνεται πιο αυστηρή αναφορικά με τη φοιτητική της πολιτική και καθώς περνά το σωστό μήνυμα σε χώρες όπως το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές αναφορικά με το σύστημα ασύλου της Κύπρου, τόσο περισσότερες είναι οι ελπίδες ότι λιγότεροι άνθρωποι, όπως το Ναβίντ, θα παρασυρθούν σε τέτοιες λυπηρές και χωρίς στήριξη καταστάσεις. Τότε μόνο οι στατιστικές για την Κύπρο θα μπορούν να δώσουν μία πιο ακριβή εικόνα της κατάστασης του ασύλου στην Κύπρο.

 

Αιμιλία Στροβολίδου, Λευκωσία,

Ρούπερτ Κόλβιλ, Γενεύη      

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

First story in this series: Hunger strike reveals strains in Polish asylum system.